διαθολόω

διαθολόω,
A darken,

ἡ σκιὰ τῆς γῆς δ. τὸ φέγγος Plu.Daed.4

:—[voice] Pass.,

τῆς θαλάσσης διαθολωθείσης Id.2.978b

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαθολώσῃ — διαθολόω darken aor subj mid 2nd sg διαθολόω darken aor subj act 3rd sg διαθολόω darken fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθολοῦντα — διαθολόω darken pres part act neut nom/voc/acc pl διαθολόω darken pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθολοῦσαν — διαθολόω darken pres part act fem acc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθολωθείσης — διαθολόω darken aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.